ἑνδεκήρης

ἑνδεκ-ήρης, ες,
A with eleven banks of oars, Thphr.HP5.8.1, Callix.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ενδεκήρης — ἑνδεκήρης, ες (Α) 1. (για πλοίο) αυτός που έχει ένδεκα ζεύγη κουπιών 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἑνδεκήρης πλοίο με ένδεκα ζεύγη κουπιών …   Dictionary of Greek

  • -ηρης — (I) < ΙE *ar «ταιριάζω, συνδέω», (απ όπου το αραρίσκω* «συνδέω, ταιριάζω εφοδιάζω»), με έκταση (λόγω τής συνθέσεως). Την ίδια σημασία («εφοδιασμένος με, έχων...») έχει και το ήρης (πρβλ. ξιφ ήρης, χαλκ ήρης, κ.ά.), ενώ λειτουργεί ως απλό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.